Northern Pindos National Park

Ζαγόρι - Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου

Περιγραφή της περιοχής

Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας στις ορεινές περιοχές των νομών Ιωαννίνων και Γρεβενών και καταλαμβάνει μια έκταση 2.353 τετρ. χλμ. ενώ θεωρείται η μεγαλύτερη σε έκταση προστατευόμενη περιοχή της Ελλάδας. Στα όριά του περιλαμβάνει ολόκληρο το Ζαγόρι, περιοχές της Κόνιτσας και του Μετσόβου καθώς και το δυτικό τμήμα του νομού Γρεβενών.

Κύριο χαρακτηριστικό του είναι οι εκτεταμένες ορεινές περιοχές, που εντάσσονται στα συγκροτήματα της Τύμφης, του Λύγκα, του Σμόλικα, της Βασιλίτσας και του Όρλιακα καθώς και οι υδρολογικές λεκάνες του Αώου, του Άραχθου, του Βενέτικου – Αλιάκμονα και των οροπεδίων της Κόνιτσας και των Ιωαννίνων.

Ο μεγάλος αριθμός και η ποικιλία των αξιόλογων βιολογικών, οικολογικών, γεωμορφολογικών και αισθητικών στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος περιβάλλεται από ιδιαίτερες ανθρώπινες κοινωνίες, οι οποίες παρήγαγαν ένα ξεχωριστό λαϊκό πολιτισμό και μια ιδιότυπη αρχιτεκτονική.

Οικολογική αξία

Το Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο περιοχές, που συνδυάζει με μοναδικό τρόπο το φυσικό με το ανθρωπογενές περιβάλλον.

Η ύπαρξη πλήθους ενδημικών ειδών χλωρίδας και όλων σχεδόν των μεγάλων θηλαστικών που διαβιούν στη χώρα μας, προσδίδουν στο Εθνικό Πάρκο ιδιαίτερη οικολογική αξία. Οι βραχώδεις ορθοπλαγιές, οι ψηλές κορυφές, τα εκτεταμένα ορεινά λιβάδια, τα μεγάλα ποτάμια, οι χείμαρροι, οι πολλές πηγές και οι αλπικές λίμνες αποτελούν σημαντικά ενδιαιτήματα για πολλά σπάνια και προστατευόμενα είδη.

Πάνω από 60 είδη δασικών δέντρων και θάμνων έχουν καταγραφεί στο Εθνικό Πάρκο Βόρειας Πίνδου, με κυρίαρχα την αρία, την κουμαριά, την οστριά, τον πρίνο, το γαύρο, τη δρυ, την ελάτη και τη μαύρη πεύκη, που σχηματίζει από τα μεγαλύτερα αμιγή παρθένα δάση του είδους στην Ευρώπη. Σημαντική  είναι και η παρουσία της λευκόδερμης πεύκης, που απαντάται σε υψόμετρα, που ξεπερνούν τα 2.000 μ.

Συνολικά, έχουν καταγραφεί στην περιοχή 1.700 είδη και υποείδη χλωρίδας ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγονται 6 τοπικά ενδημικά είδη, 35 ενδημικά της Ελλάδας και 121 ενδημικά των Βαλκανίων.

Το ίδιο πλούσια παρουσιάζεται και η πανίδα με τα 61 είδη θηλαστικών, που διαβιούν στο Εθνικό Πάρκο, εκ των οποίων τα 31 προστατεύονται από την ευρωπαϊκή νομοθεσία. Το Εθνικό Πάρκο φιλοξενεί το μεγαλύτερο αριθμό αρκούδων στη χώρα μας. Υπολογίζεται ότι περίπου 110 ζουν στην περιοχή, όπως αποδείχτηκε από μελέτη (ARCTOS).

Περίπου 150 είδη πουλιών έχουν εντοπιστεί στο Εθνικό Πάρκο εκ των οποίων τα περισσότερα προστατεύονται με την Οδηγία 409/79 ΕΟΚ. Τα πιο σπουδαία από αυτά είναι ο μαυροπελαργός, ο σφηκιάρης, ο γυπαετός, ο ασπροπάρης, το όρνιο, ο φιδαετός, ο χρυσαετός, ο σταυραετός, ο χρυσογέρακας, ο πετρίτης, η χαλκοκουρούνα, ο δρυοκολάπτης, κ.ά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα 15 είδη ψαριών με πιο σημαντικά την πέστροφα και τον πινδοβίνο, ενδημικό είδος του Αώου, τα 10 είδη αμφίβιων, όπως οι τρίτωνες, οι σαλαμάνδρες, τα βατράχια, τα 21 είδη ερπετών καθώς και ο μεγάλος αριθμός σπάνιων πεταλούδων και εντόμων.

Στην ευρύτερη περιοχή εντάσσονται δύο (2) Εθνικοί Δρυμοί, έντεκα (11) καταφύγια άγριας ζωής, ένα (1) Βιογενετικό Πάρκο, δύο (2) Ζώνες Ειδικής Προστασίας, τέσσερις (4) σημαντικές περιοχές για τα πουλιά, οκτώ (8) προστατευόμενες περιοχές προς ένταξη στο Δίκτυο «NATURA 2000», εξήντα τέσσερις (64) παραδοσιακοί οικισμοί, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και πλήθος διατηρητέων μνημείων.

Κοινωνικό – οικονομικό περιβάλλον

Η έξοδος του παραγωγικού δυναμικού από τα χωριά αποτυπώνεται τόσο στο φυσικό όσο και στο ανθρωπογενές περιβάλλον. Οι λιγοστοί κάτοικοι της περιοχής είναι, επί το πλείστον, υπέργηροι και δεν ασχολούνται με παραγωγικές δραστηριότητες.

Η εκμετάλλευση των δασών παραμένει η κυρίαρχη παραγωγική δραστηριότητα αφού το δάσος καταλαμβάνει το 58% της συνολικής έκτασης του Πάρκου.

Τα τελευταία χρόνια αυξήθηκε η ενασχόληση των κατοίκων με τον τουρισμό και δημιουργήθηκαν πολλές ξενοδοχειακές μονάδες, καταστήματα εστίασης καθώς και αρκετά έργα υποδομής και παροχής υπηρεσιών ορεινών σπορ, όπως καταφύγια, χιονοδρομικά κέντρα, επιχειρήσεις ορεινού τουρισμού.

Από την άλλη πλευρά περιορίστηκε η παραδοσιακά πρώτη για πολλά χρόνια ανθρώπινη δραστηριότητα, η κτηνοτροφία και σχεδόν εκμηδενίστηκε η γεωργία καθώς οι χρήσεις γης έχουν περιοριστεί μόνο στο 1% επί της συνολικής έκτασης. Μικρότερη άνοδο παρουσιάζει ο τομέας της ιχθυοκαλλιέργειας, της λαϊκής τέχνης και των τοπικών προϊόντων.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2001, στην περιοχή έχουν καταγραφεί 31.745 κάτοικοι, πιο συγκεκριμένα 2.045 κάτοικοι στο Δήμο Ανατολικού Ζαγορίου, 2.814 στο Δήμο Εγνατίας, 1.670 στο Δήμο Κεντρικού Ζαγορίου, 6.217 στο Δήμο Κόνιτσας, 4.424 στο Δήμο Μετσόβου, 5.618 στο Δήμο Περάματος, 1.707 στο Δήμο Γόργιανης, 2.836 στο Δήμο Θεόδωρου Ζιάκα και 181 κάτοικοι στην Κοινότητα Βοβούσας, 490 στην Κοινότητα Δίστρατου, 620 στην Κοινότητα Μηλιάς, 364 στην Κοινότητα Παπίγκου, 458 στην Κοινότητα Αβδέλλας, 443 στην Κοινότητα Περιβολίου και 719 στην Κοινότητα Σαμαρίνας.

Προστατευόμενες περιοχές

Σύμφωνα με τα δεδομένα που αναφέρονται στην Τυποποιημένη Μορφή Δεδομένων (Standard Data Form-ΥΠΕΧΩΔΕ). του Προγράμματος «Natura 2000» στην περιοχή απαντώνται:

α) Όρος Βασιλίτσα (GR 1310001)

Πρόκειται για μία τραχιά περιοχή πυκνά δασωμένη και με αραιή δόμηση. Η περιοχή δεν έχει ακόμα μελετηθεί διεξοδικά. Μαζί με τις γειτονικές σημαντικές περιοχές, το Όρος Σμόλικας και τον Εθνικό Δρυμό της Πίνδου, σχηματίζει μία εκτενή και συνεχόμενη φυσική ζώνη.

β) Εθνικός Δρυμός Πίνδου (GR 1310002) /  (Ευρύτερη περιοχή) (GR  1310003)

Ο Εθνικός Δρυμός Πίνδου είναι ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της οροσειράς της Πίνδου και ένας από τους πιο σημαντικούς Δρυμούς της Ελλάδας. Βρίσκεται σε μία απομονωμένη περιοχή της ΝΔ Μακεδονίας στο ΒΑ τμήμα της οροσειράς της Πίνδου.

γ) Εθνικός Δρυμός Βίκου - Αώου (GR  2130001)

Η περιοχή βρίσκεται βόρεια της πόλης των Ιωαννίνων, στην περιοχή Ζαγόρι. Κηρύχθηκε Εθνικός Δρυμός το 1973. Η ζώνη του πυρήνα περιλαμβάνει το φαράγγι του Βίκου, μήκους περίπου 10 χλμ., με κατακόρυφες, βραχώδεις πλαγιές ύψους πολλών εκατοντάδων μέτρων.

δ) Όρος Σμόλικας (GR 2130002)

Είναι το δεύτερο ψηλότερο βουνό στην Ελλάδα (2637 μ.), με πολλές ψηλές κορυφές, εκτεταμένα λιβάδια και βοσκότοπους σε υποαλπικά υψόμετρα. Σε χαμηλότερα υψόμετρα (1800 - 2100 μ.) τα πετρώματα είναι σερπεντινικά.

ε) Κεντρικό Τμήμα Ζαγορίου (GR 2130004)

Η περιοχή του Ζαγορίου περιλαμβάνει 46 χωριά (Ζαγοροχώρια) που βρίσκονται διασκορπισμένα στο βουνό βορειοανατολικά της πόλης των Ιωαννίνων και μπορεί να διαιρεθεί σε δυτικό, κεντρικό και ανατολικό Ζαγόρι. Η περιοχή του κεντρικού Ζαγορίου (Κεντρικό Τμήμα Ζαγορίου) περιλαμβάνει λόφους με δάση φυλλοβόλων δρυών, ρέματα, βοσκότοπους, καθώς και παραδοσιακά χωριά και γέφυρες.

στ) Περιοχή Μετσόβου (Ανήλιο - Κατάρα) (GR 2130006)

Το σημαντικότερο γεωμορφολογικό χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τόπου είναι το ότι αποτελεί το φυσικό όριο μεταξύ της Βόρειας και της Νότιας Πίνδου, αλλά και το κυριότερο πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία.

ζ) Όρος Μιτσικέλι (GR 2130008)

Το Μιτσικέλι είναι ένα μακρύ και στενό βουνό που βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του Νομού Ιωαννίνων. Αρχίζει νότια της Τύμφης και εκτείνεται προς τα νοτιοανατολικά μέχρι το όρος Δρίσκος, δεσπόζοντας επάνω από τη Λίμνη Ιωαννίνων. Η ψηλότερη κορυφή του έχει ύψος 1.810 μ.

Τα Ζαγοροχώρια

Τα Ζαγοροχώρια αποτελούν μια ενιαία ιστορική, οικιστική και πολιτισμική ενότητα, βόρεια του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, που απαρτίζεται από 44 παραδοσιακά χωριά, τα οποία εκτείνονται σε μια ορεινή περιοχή που αποτελεί μέρος του ορεινού συγκροτήματος της Β. Πίνδου. Πρόκειται για τόπο σπάνιας φυσικής ομορφιάς, με ιδιαίτερο τοπικό πολιτισμό.                                                                                                                                                                           

Το Ζαγόρι περιλαμβάνει την ευρύτερη περιοχή που βρίσκεται βόρεια των Ιωαννίνων, στην πίσω πλευρά του όρους Μιτσικέλι (1810 υψ.). Η ονομασία του προκύπτει από τη θέση του στο χώρο, za-gora που σημαίνει: τόπος πίσω από το βουνό. Προς τα δυτικά συνορεύει με την Κόνιτσα, με την οποία συνδέονται μέσω του ορεινού όγκου της Τύμφης ή Γκαμήλας, τα βόρεια σύνορά του καθορίζονται από το ρου του ποταμού Αώου, ενώ ανατολικά γειτονεύει με τις περιοχές του Μετσόβου και του Περιστερίου.

Ο φυσικός του χώρος χαρακτηρίζεται από πολυάριθμους ορεινούς σχηματισμούς και υψώματα (κορυφές Κούλα (υψ. 1529 μ.), Λάπατος (2251 μ.), Αστράκα (υψ. 2436 μ.), Πλόσκο (υψ. 2377 μ.), Γκαμήλα (υψ. 2497 μ.), Γκαμήλα II (υψ. 2480 μ.), Καρτερός (υψ. 2478 μ.), Μεγάλα Λιθάρια (υψ. 2467 μ.), Τσούκα Ρόσα (υψ. 2377 μ.) και Γκούρα (υψ. 2466 μ.), σε συνδυασμό με πολλά οροπέδια μικρής επιφάνειας και διάσπαρτες πεδινές εκτάσεις, τo υψόμετρο των οποίων κυμαίνεται από 600 έως 1500 μ. Το κλίμα του είναι  ηπειρωτικό με έντονες χιονοπτώσεις το χειμώνα και  βροχοπτώσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Τα πολλά ποτάμια, όπως ο Αώος, ο Βοϊδομάτης, ο Βάρδας και ο  Ζαγορίτικος, τα ρέματα και οι χείμαρροι που καταλήγουν σ’ αυτά, αντανακλούν τις ιδιαίτερες μορφολογικές και κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.

Βάσει ιστορικών και γεωμορφολογικών κριτηρίων, το Ζαγόρι διαιρείται σε τρία γεωγραφικά τμήματα: το Ανατολικό Ζαγόρι ,το Κεντρικό Ζαγόρι, το Δυτικό Ζαγόρι,

Άνθρωποι –Ιστορία-Πολιτισμός

Την παλαιότερη αναφορά του τοπωνυμίου Ζαγόρι, τη συναντούμε σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου το 1321. Αρχαιολογικές ανασκαφές του 20ου αιώνα φέρνουν στο φως ευρήματα οικισμών της παλαιολιθικής εποχής στην περιοχή. Η περίοδος, όμως, κατά την οποία το Ζαγόρι εισέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο της ιστορίας, είναι αυτή  της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το εμπόριο και οι τέχνες αποτέλεσαν τα κυρίαρχα επαγγέλματα των κατοίκων που τους οδήγησαν σε  μεταναστευτικούς προορισμούς σε  κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, της Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά και τη Βενετία, τη Ρώμη, σε μεγάλες πόλεις της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας. Τους επόμενους αιώνες, ταξίδεψαν, επίσης, στη Νότιο Αφρική, στο Σουδάν, στην Αίγυπτο και τέλος στην Αμερική. Στην «ξενιτιά», λοιπόν,  διακρίθηκαν πολλοί από αυτούς και εξελίχθηκαν σε ισχυρούς οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες που με την συμβολή τους διαμόρφωσαν την οικιστική και πολιτιστική δομή του χώρου.

Την ιδία περίοδο τα χωριά διαμορφώνουν την οικιστική και αρχιτεκτονική μορφή τους, μέρος της οποίας διασώζεται μέχρι και σήμερα. Η ενασχόληση των κατοίκων του Ζαγορίου με τα γράμματα παίζει καθοριστικό ρόλο στην κοινωνία και, γενικότερα, ο πλούτος καθορίζει τη δομή της κοινωνίας αλλά και την αισθητική των οικισμών. Ωστόσο, η γεωργία και η κτηνοτροφία τις οποίες ασκούν όσοι μένουν πίσω -κατά κύριο λόγο οι γυναίκες- παραμένουν η βάση της οικονομίας των κοινοτήτων.

Η οικιστική και η αρχιτεκτονική δόμηση του τόπου αποτελούν σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης αλλά και συνεχούς ανάπλασης του τοπίου και, ως δημιούργημα του ανθρώπου, αντανακλούν εύγλωττα τον τοπικό πολιτισμό.  Το τοπίο εμπεριέχει, όχι μόνο το φυσικό χώρο του ανθρώπου, αλλά και ολόκληρο το οικιστικό και αρχιτεκτονικό του έργο, τον οικισμό, τα γεφύρια, τα μοναστήρια, τα ξωκκλήσια, τα χάνια, τα μνημεία, τους υδρόμυλους, τα αλώνια, τις βρύσες, τα πηγάδια, τους δρόμους, τις παραγωγικές εγκαταστάσεις, τους βοσκότοπους και τα δάση.

Δήμος Ζαγοριού

Ο Δήμος Ζαγορίου είναι δήμος της Περιφέρειας Ηπείρου, ο οποίος συστάθηκε το 2011 από τη συνένωση των προϋπαρχόντων δήμων Ανατολικού και Κεντρικού Ζαγορίου, Τύμφης και των κοινοτήτων Βοβούσας και Πάπιγκου.

Ο δήμος έχει έκταση 989,09 τετρ. Χιλ., και πληθυσμό σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είναι 3.740 άτομα .Πρωτεύουσά του είναι οι Ασπράγγελοι.

 

Φωτογραφίες

 

 gis zagori gis corf eng

NOTE! This site uses cookies and similar technologies.

If you not change browser settings, you agree to it. Learn more

I understand